γήτειον

γήτειον, τό,
A = γήθυον, horn onion, Allium Cepa, var., Ar.Eq.677, al., Anaxandr.41.57, Alex.127.7, Call.Aet.1.1.25: pl., Ph.1.665.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γήτειον — γήτειον, το (Α) βλ. γήθυον …   Dictionary of Greek

  • γήτειον — horn onion neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γητείου — γήτειον horn onion neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γητείων — γήτειον horn onion neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γητείῳ — γήτειον horn onion neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γήτεια — γήτειον horn onion neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γήθυον — και γῆθυ και γήτειον, το (Α) είδος πράσου. [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. γηθυλλίς] …   Dictionary of Greek

  • γηθυλλίς — και δωρ. τ. γαθυλλίς, η (Α) είδος πράσου, αμπελόπρασο. [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Η λ. γηθυλλίς θεωρήθηκε σύνθετη (γηθυλλίς) και ερμηνεύτηκε ως «σάκος χώματος» (πρβλ. θύλαξ) καθώς και η λ. γήθυον (γη + *θύον «σάκος»). Ίσως όμως θα ήταν προτιμότερο …   Dictionary of Greek

  • κρομμυογήτειον — κρομμυογήτειον, το (Α) είδος πράσου. [ΕΤΥΜΟΛ. < κρόμμυον + γήτειον «είδος πράσου»] …   Dictionary of Greek

  • γηθύοις — γήθυον neut dat pl γήτειον horn onion neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γηθύου — γήθυον neut gen sg γήτειον horn onion neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.